Αρχική Ογκολογικά Νέα Νέοι ανοσοθεραπευτικοί παράγοντες για την αντιμετώπιση του ουροθηλιακού καρκινώματος

Νέοι ανοσοθεραπευτικοί παράγοντες για την αντιμετώπιση του ουροθηλιακού καρκινώματος

print
email
Τελευταία ενημέρωση από Νικολαος Κεντεποζίδης

Νέοι ανοσοθεραπευτικοί παράγοντες για την αντιμετώπιση του ουροθηλιακού καρκινώματος


Τα τελευταία χρόνια, η   ανοσοθεραπεία αποτελεί μια θεραπευτική επιλογή πολλά υποσχόμενη  όσον αφορά τους  συμπαγείς  όγκους. Πιο συγκεκριμένα στην περίπτωση του ουροθηλιακού  καρκινώματος η  ενδοκυστική χορήγηση του BCG προτάθηκε για πρώτη φορά από τον Alvaro Morales (1976), ο οποίος ανέφερε ότι λόγω της χορήγησης αυτής ελαττώθηκαν  σημαντικά οι  υποτροπές των όγκων της κύστης σε 9 ασθενείς, μέσω της  τοπικής ανοσοδιέγερσης. Απο το 2016 όπως θα αναφερθεί παρακάνω νέες ανοσοθεραπευτικές θεραπείες έχουν πάρει έγκριση από τον FDA καθώς αποδείχθηκε ότι ήταν ιδιαίτερα  αποτελεσματικέςόσον αφορά την αντιμετώπιση της μεταστατικής νόσου. Συγκεκριμένα, έχουν ηδη πάρει έγκριση πολλοί PD-L1 και PD-1 αναστολείς ενώ βρίσκονται υπό κλινικές δοκιμές και άλλοι αναστολείς όπως οι CTLA-4.
To atezolizumabαποτελεί τον  πρώτο ανοσοθεραπευτικό παράγοντα που πήρε έγκριση από τον FDA στις 18 Μαΐου 2016  για χορήγηση σε  ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό ουροθηλιακό καρκίνωμα (mUC) στους οποίους έχει εντοπισθεί πρόοδος νόσου είτε κατά τη διάρκεια ή μετά την ολοκλήρωση της  χορήγησηςτης χημειοθεραπείας με βάση την πλατίνα. Η έγκριση του φαρμάκου στηρίχθηκε στα δεδομένα μιας κλινικής  μελέτης φάσης II της Imvigor- 210  στην οποία συμμετείχαν 310 ασθενείς. Το συνολικό  ποσοστό ανταπόκρισης (ORR)που παρατηρήθηκε από την μελέτη ήταν της τάξης του 14,8% (95% CI, 11,1% -19,3%). Πιο συγκεκριμένα σε ασθενείς με έκφραση του PD-L1  μεγαλύτερη του 5% το ORR σημειώθηκε στο 26% (95% CI, 17,7% -35,7%) ενώ σε ασθενείς με έκφραση του PD-L1 κάτω του 5% το ORR βρέθηκε να είναι της τάξης του  9,5% (95% CI, 5,9% - 14,3%). Δέκα από τους ασθενείς που συμμετείχαν στην μελέτη διέκοψαν τη θεραπεία λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών (ΑΕ). Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν  αφορούσαν λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος (9%), αναιμία (8%), κόπωση (6%), δύσπνοια (4%) και αιματουρία (3%).
Επιπλέον το atezolizumab έχει πάρει έγκριση από τον FDA ως πρώτης γραμμή θεραπεία σε περιπτώσεις ασθενών που εμφανίζουν κακή ανοχή στη σισπλατίνα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το φάρμακο έχει πάρει έγκριση ανεξαρτήτως της έκφρασης του βιοδείκτη  PD-L1. Παρόλα αυτή η χρήση του βιοδείκτη Ventana PD-L1 (SP142) μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μια συμπληρωματική εξέταση.
Ακολούθως στις 2 Φεβρουαρίου 2017, τοnivolumab έλαβε έγκριση ως δεύτερη γραμμής θεραπεία σε ασθενείς με τοπικά προχωρημένο μη- εγχειρήσιμο ή μεταστατικό ουροθηλιακό καρκίνωμα μετά από χορήγηση θεραπείας με βάση την  πλατίνα. Το Nivolumab επίσης εγκρίθηκε για ασθενείς που εμφάνισαν εξέλιξη της νόσου εντός 12 μηνών μετά από χορήγηση  νεοεπικουρικής  ή επικουρικής θεραπεία με βάση την πλατίνα. Η έγκριση του φαρμάκου στηρίχθηκε στα δεδομένα μιας κλινικής μελέτης φάσης ΙΙ της CheckMate-275.  Το ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης (ORR) στη μελέτη  CheckMate-275 σημειώθηκε στο  19,6% με βάση τους  270 ασθενείς που συμμετείχαν σε αυτήν, ενώ πλήρης ανταπόκριση (CRs)  σημειώθηκε στο 3% των ασθενών που έλαβαν την θεραπεία .Η μέση  επιβίωση ελεύθερης νόσου υπολογίσθηκε στους  2 μήνες ενώ η  διάμεση συνολική επιβίωση (OS) στους 8,7 μήνες. Πιο αναλυτικά σε ασθενείς με  έκφραση του  PD-L1 πάνω από 1% η μέση επιβίωση ελεύθερης νόσου  (PFS) σημειώθηκε στους  3,55 μήνες ενώ η συνολική επιβίωση (OS)  στους 11,3 μήνες ενώ αντιθέτως σε ασθενείς χωρίς καθόλου έκφραση του PD-L1 το PFS ήταν 1,87 μήνες και το ΟS 5,95 μήνες. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της μελέτης αυτής ήταν κόπωση (9,7%), κνησμός (9,3%), διάρροια (8,9%), μειωμένη όρεξη (8,1%), υποθυρεοειδισμός (7,8%), ναυτία (7,0), και πυρεξία (5,6%). Οι σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες  παρατηρήθηκαν σε ένα ποσοστό  64,4% των ασθενών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 1 Μαίου του 2017 o FDA έδωσε έγκριση για την χορήγηση του durvalumab ως δεύτερης γραμμή θεραπεία σε ασθενείς με ουροθηλιακό καρκίνωμα που εμφάνισαν πρόοδο νόσου μετά από χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα.
Η έγκριση δοθηκε με βάση τα αποτελέσματα μιας  κλινικήςμελέτη φάσης I / II στην οποία συμμετείχαν  182 ασθενείς. Στην μελέτη σημειώθηκε ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης της τάξης του 17%.
Aξίζει απλά να σημειωθεί ότι σε ασθενείς με αυξημένα επίπεδα έκφρασης του PD-L1 (n=95) το ποσοστό συνολικής ανταπόκρισης υπολογίσθηκε σε 26%.
Επιπλέον στις 9 Μαίου του  2017 το avelumab έλαβε έγκριση από τον FDA για χορήγηση σε ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνωμα του ουροθηλίου, που  εμφάνισαν πρόοδο νόσου  κατά τη διάρκεια ή έπειτα από χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα  ή εντός 12 μηνών μετά από νεο-επικουρική  ή επικουρική χημειοθεραπεία. Η έγκριση βασίστηκε στα αποτελέσματα μιας πολυκεντρικής κλινικής μελέτης στην οποία συμμετείχαν 242 ασθενείς. Το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης (ORR) που παρατηρήθησε στους ασθενείς που συμμετείχαν  για τουλάχιστον 13 εβδομάδες ήταν της τάξης του  13,3% (95% CI: 9,1, 18,4) ενώ για τους  ασθενείς που παρακολουθήθηκαν για τουλάχιστον 6 μήνεςεντοπίσθηκε αύξηση του ORR σε ποσοστό 16,1% (95% CI: 10,8 , 22,8) . Ο μέσος χρόνος απόκρισης ήταν 2 μήνες (εύρος 1,3-11,0). Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε ένα ποσοστό 41% ​​των ασθενών με πιο συχνές από αυτές την  κόπωση,  το μυοσκελετικό πόνο,τη ναυτία, τη μείωση της όρεξης και τη λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος.
Tέλος στις 18 Μαΐου του 2017, το pembrolizumab έλαβε έγκριση από τον FDAγια χορήγηση σε ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνωμα του ουροθηλίου εμφανίζουν πρόοδο νόσου κατά τη διάρκεια ή μετά την ολοκλήρωση χημειοθεραπείαςμε βάση την πλατίνα ή εντός 12 μηνών μετά την ολοκλήρωση της  νεοεπικουρικής  ή επικουρικής θεραπείας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το pembrolizumab έχει πάρει έγκριση από τον FDA και ως πρώτης γραμμής θεραπεία σε περιπτώσεις ασθενών που εμφανίζουν κακή ανοχή στην πλατίνα.
Η έγκριση χορήγησής του pembrolizumab στην  δεύτερη γραμμή θεραπείας  βασίζεται στα αποτελέσματα της πολυκεντρικής, τυχαιοποιημένης κλινικής μελέτης KEYNOTE-045. Tα αποτελέσματα της μελέτης απέδειξαν βελτίωση της  συνολικής επιβίωσης (OS) και του ποσοστού συνολικής ανταπόκρισης (ORR). Το διάμεσο OS υπολογίσθηκε στους 10,3 μήνες ενώ το  ORR στο 21%.
Όσον αφορά την έγκριση του φαρμάκου στην πρώτη γραμμή θεραπείας βασίστηκε σε δεδομένα της κλινικής μελέτης  KEYNOTE-052, στην οποία συμμετείχαν  370 ασθενείς. Σε περίοδο  παρακολούθησης 7,8 μηνών, το ORR υπολογίσθηκε στο  28,6%.
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ένα ποσοστό τουλάχιστον 20% των ασθενών συμπεριλάμβανεται η  κόπωση, ο μυοσκελετικός πόνος, ο κνησμός, η μειωμένη όρεξη, η ναυτία, η διάρροια, η δυσκοιλιότητα και η εμφάνιση εξανθήματος.
Από όλα τα παραπάνω μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η επιστημονική κοινότητα διαθέτει πλέον  νέες ισχυρές ανοσοθεραπευτικές επιλογές για την αντιμετώπιση του  καρκίνου του ουροθηλίου. Παρόλα αυτά χρειάζονται νέες κλινικές μελέτες και εντοπισμός πιθανών νέων βιοδεικτών για την ανάπτυξη ακόμη πιο αποτελεσματικών φαρμάκων για περαιτέρω βελτίωση των ποσοστών επιβίωσης των ασθενών που πάσχουν από ουροθηλιακό καρκίνωμα.

Έχει διαβαστεί 41 φορές

Ημερολόγιο

Ογκολόγοι Κεντεποζίδης

ΓΡΗΓΟΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ογκολόγοι Δρ. Ν. Κεντεποζίδη

Βασ. Σοφίας 102, Αθήνα 11527

Τηλ. Ιατρείου    +30 210 7258409

Τηλ. Ραντεβού  +30 6970039500